Το παιγνίδι αυτό παιζόταν σε ανοιχτό και ομαλό χώρο από πολλά παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Το έπαιζαν στις ημερήσιες σχολικές εκδρομές όλα τα παιδιά της τάξης.
Όλα τα παιδιά, εκτός από δύο, πιασμένα από τις παλάμες σχημάτιζαν κύκλο με το μέτωπο προς το κέντρο του κύκλου. Εκ των δύο παιχτών που δεν ήταν στον κύκλο ό ένας ήταν ο «λύκος» και ο άλλος ήταν το «αρνί». Ο λύκος καθόταν έξω από τον κύκλο, ενώ το αρνί στεκόταν στο κέντρο του κύκλου.
Όταν ο Δάσκαλος έδινε το σύνθημα, άρχιζε το παιγνίδι. Ο λύκος είχε σκοπό να πιάσει το αρνί και για αυτό έπρεπε να το κυνηγήσει. Το αρνί όμως υποστηριζόταν από τους άλλους παίχτες της περιφέρειας του κύκλου, οι οποίοι χωρίς να αφήνουν τα χέρια, και χωρίς να απομακρύνονται (χαλάνε) τον κύκλο κινούνταν κατά τέτοιο τρόπο (συμπτύσσονταν, κατέβαζαν τα χέρια, σήκωναν τα χέρια κ.α.) ώστε να εμποδίζουν το πέρασμα του λύκου μέσα στον κύκλο.
Αν σε τρία λεπτά ο λύκος έπιανε το αρνί, ήταν αυτός ο νικητής, διαφορετικά νικητής ήταν το αρνί.
Όταν τα παιδιά ήταν πολλά, μπορούσαν να οριστούν και δύο λύκοι.
Το παιγνίδι τελείωνε όταν συλλαμβανόταν το αρνί.
Αν δεν συλλαμβανόταν το αρνί μέσα σε τρία λεπτά, έβγαινε νικητής.
Η απομάκρυνση από τον κύκλο είχε σαν επακόλουθο την καθαίρεση και το σταμάτημα του παιγνιδιού.
Τους ρόλους του λύκου και του αρνιού έπαιρναν όλοι οι παίχτες.
Μια παραλλαγή: Εδώ ο χρόνος που είχε στη διάθεση του ο λύκος ήταν απεριόριστος. Όμως αν κάποτε ο λύκος κατάφερνε να περάσει μέσα στον κύκλο, τότε οι παίχτες της περιφέρειας άνοιγαν τα χέρια και έβγαινε έξω από τον κύκλο το αρνί, ενώ αμέσως μετά συμπτύσσονταν και εγκλωβίζανε έτσι το λύκο στο εσωτερικό του κύκλου.